πέλεκκον

τὸ, και πέλεκκος, ὁ, Α
η λαβή τού πελέκεως, το στειλιάρι («εἵλετο... ἀξίνην... ἐλαΐνῳ ἀμφὶ πελέκῳ μακρῷ», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < *πέλεκ-F-ον < πέλεκυς (πρβλ. λάκκος < *λάκFος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πέλεκκον — axe handle masc acc sg πέλεκκον axe handle neut nom/voc/acc sg πέλεκκος axe handle masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελέκκῳ — πέλεκκον axe handle masc dat sg πέλεκκον axe handle neut dat sg πέλεκκος axe handle masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέλεκκος — πέλεκκον axe handle masc nom sg πέλεκκος axe handle masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ημιπέλεκκον — ἡμιπέλεκκον, τὸ (Α) μισός πέλεκυς, μονόστομος, με μια μόνο κόψη (σε αντίθ. προς τον συνηθισμένο δίστομο πέλεκυ) («ἐτίθει δέκα πελέκεας, δέκα δ ἡμιπέλεκκα», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι + πέλεκκον < πέλεκυς (πρβλ. αμφι πέλεκκον] …   Dictionary of Greek

  • πελεκυνάριον — τὸ, Α [πέλεκυς] το πέλεκκον* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.